Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009

Λι...

[...] Το μεσημέρι, όταν ήρθε το όρντινο- θα φεύγαμε την άλλη μέρα με το Asia του Triestino- της το πα. Δεν έδειξε καμία ταραχή. Ετοιμάσαμε μαζί τις βαλίτσες μου. Της χάρισα την κουβέρτα μου, το μαξιλάρι, το στρώμα και δυό σεντόνια ιρλαντέζικα. Με φώναξε ο καμαρώτος και κατέβηκα στην καμπίνα του Καπετάνιου. Ο Καπετά Χαράλαμπος, είχε πάρει το σοβαρό του ύφος. Έβαλε το χέρι στον ώμο μου.
- Πάρε όσα αυγά περίσσεψαν, είπε, και μια ντουζίνα κονσέρβες σολομό. Δώσε τα στην ψυχοκόρη σου, να μην πάνε χαμένα. Κάθε πρωί ερχόταν και μου γέμιζε το thermos νερό. Της το πα.
- Τώρα είμαι πλούσια, είπε. Καμία σ' όλα τα Σαμπάν δεν έχει το βιός μου. Κατέβασε το κεφάλι της.
- Το ευχαριστώ είναι πρόστυχη πληρωμή. Όταν δύο άνθρωποι ζούνε ο ένας με την ανάσα του άλλου δε χωράει πληρωμή.
- Θα ξαναγυρίσω, της είπα.
- Κανείς δεν ξαναγυρίζει. Ο καλός Δράκοντας κατεβαίνει στα σπίτια μας μονάχα μια φορά. Πολλοί δεν τον έχουν ούτε συναντήσει ποτέ. Εγώ τον είδα.
- Τότε γιατί δεν τον δένεις με σκοινί της Μανίλλα, να μη σου φύγει;

-Όσοι τον αγγίσανε, μίκρυνε. Έγινε ένα σκουλήκι ίσα με το νύχι μου. Σκλαβωμένος δεν μπορεί πια να κάνει καλό.
-Πώς είναι;
-... είναι κεντημένος με χρυσές κλωστές σε μεταξωτό του Σαντούνγκ.
- Και πώς βοηθάει;
- Δε βοηθάει.Προλαβαίνει. Όταν κάποιος πέσει στο ποτάμι, κανείς δικός του δεν τον βοηθάει. Δεν πρέπει.Το σωστό είναι να τον προλαβαίνουν πριν πέσει.

Είναι νάνος, σκέφτηκα. Δεν είναι φυσικό να μιλάει έτσι.
- Την αλήθεια, πες μου την αλήθεια, της είπα. Πόσο χρονώ είσαι;
- Όσο και προχθες που με ρώτησες. Δέκα. Μα γιατί ρωτάς;

Έφυγε τα μεσάνυχτα. Περίμενα πολλήν ώρα πως θα γυρίσει να με χαιρετήσει. Δε φάνηκε.


















Η μεγάλη λαντζα του Dodwell πλεύρισε στον Πρωτέα στις οχτώ το πρωί. Κατεβήκαμε τη σκάλα.Όλοι γύρισαν κι έβλεπαν το καράβι που αφήναμε στα ξένα χέρια. Ο καθένας θυμήθηκε της χαρές του ξεχνώντας τα κουσούρια του. Κανένα Σαμπάν δε βρισκόταν δίπλα μας. Καμιά γιόγκα.


Στο τελωνείο του Πειραιά ένας ελεγκτής ψάχνοντας τις αποσκευές μου, βρήκε στον πάτο ενός σάκου που δεν είχε ανοίξει από την ημέρα που αφήσαμε το καράβι ένα μικρό δέμα από στρατσόχαρτο. Το άνοιξε. Ξετύλιξε με προσοχή μια μικρή παλιά παντιέρα που χε στο μάκρος της ένα Δράκοντα κεντημένο με χρυσοκλωνά ξεφτισμένη.
Τη χαρακτήρισε "αντικείμενο άνευ αξείας" και την ξανάβαλε στη θέση της.

25.12.68

Ν.Κ

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009

Τα πανιά













Φοβάμαι αυτά τα πανιά
τί θα πάρουν
και τί μερτικά γυρνώντας
θα φέρουν μαζί τους

Παρηγοριά του Αιγαία
η προσμονή, μεριάζει
τον φόβο
Με πλήρη συνείδηση
και κόπο θα νοιώθω

Και κάπου τη νύχτα
σ' αφουγκράζομαι
έρχεται πάνω η αύρα σου
στο δέρμα μου και προσκολλάται

και την αυγή...
σαν δίπλα μου ξημέρωσες

ζω παραπέρα
αλλά σκέφτομαι εντός.

(Σάββατο 5.7.2008)

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Ton âme bleue


















Πόσο βαθύ μπλε χωρά η ψυχή σου;
Πόσες θάλασσες μπορούν ταχα να τρεξουν απ’ τα βλέφαρα;
Δεν ξέρω. Όχι ποτέ δεν ήξερα.
Η φαντασία είναι το μόνο που μπορώ.

Να σε φαντάζομαι, να σε μαντεύω
και να μαθαινω μερα τη μέρα την καρδιά σου...
μονάχ’ αυτό μου μένει.
Μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα, στιγμή τη στιγμή.

Κάθε σου λέξη μυστήριο,
κρύβει στο έμπα της εκατομμύρια άλλες
κι αυτές δεν μπορώ να προσδιορίσω με σαφήνεια
αλλά τις νοιώθω, καταλαβαίνω την αδιάκοπη παρουσία τους.

Ό,τι κι αν πω, λίγο μου μοιάζει δεν ξέρω γιατί, περίεργο

(18/3/2007)

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Mermaid...




















Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω.
Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.


N.K

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Άμα τα πάρω...

Γίναμε σκλάβοι δέκα τυπάκων που τον πλανήτη τον κρεμάνε σα μπρελόκ
Θερίζουν πλούτη και σπέρνουν πείνα, θέλουν να δουν να φτύνουμε αίμα στη ρουτίνα
Νοιάζονται τόσο για τα παιδιά σου, τους ψηφοφόρους που χεις μέσα στην κοιλιά σου
Θα τους σπουδάσουν, δουλειά να πιάσουν και με ρουσφέτια υποκλίσεις να χορτάσουν

Μα εγώ θα ζήσω μέσα στη μέρα, θέλω τα χέρια να σηκώνω στον αέρα
Θέλω τον ήλιο και οξυγόνο κι αυτό το μέλλον με ελπίδα ανταμώνω
Θέλω οξυγόνο, θέλω να ζήσω, θέλω να ζήσω, ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΣΩ!

Κι άμα τα πάρω, θα πάρω φόρα, θα σας ρημάξω στις κλωτσιές στην ανηφόρα
Άμα τα πάρω δε θα μπορέσουν δυο διμοιρίες από ΜΑΤ να με βολέψουν
Κι έτσι πλανιέμαι, έτσι ξεχνιέμαι, κρύβομαι μέσα μου και κάνω πανικό
Έτσι πλανιέμαι, έτσι ξεχνιέμαι, τη φαντασία μου χορεύω στο κενό

Αξιοπρέπεια κι αρχές λείπουν ταξείδι και την καρδιά μας που διψά ποτίζουν ξίδι
Ματαιόδοξοι μασόνοι κυβερνάνε ρε μα οι μεγάλοι χορηγοί που πολύ μας αγαπάνε
Θα μας γλιτώσουν, είναι σπουδαίοι! Θα μας αφήσουν να ρημάξουμε στα βράχια τελευταίοι
Δημοκρατία κι αξιοκρατία πλέον πωλούνται σε πανέρια σε ευκαιρία!
Μα εμείς πονάμε αυτό τον τόπο, σφίγγουμε δόντια και λουριά για την Ελλάδα ρε γαμώτο
Νομίζουμε ποτέ δε θα μιλάμε, όμως, τα πρόβατα τους λύκους θα τους φάνε!

Μα εγώ θα ζήσω μέσα στη μέρα, θέλω τα χέρια να σηκώνω στον αέρα
Θέλω τον ήλιο και οξυγόνο κι αυτό το μέλλον με ελπίδα ανταμώνω
Αχ Ελλάδα σ αγαπώ και βαθιά σ ευχαριστώ που με έμαθες ποτέ να μην κωλώνω!

Κίτρινα Ποδήλατα

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

Πυροτέχνημα

[...]"Και θα νοιώσω να σπαρταρά στα χέρια μου μέσα κάτι τι δικό μου, ένα δημιούργημα του πόνου μου, ένα κορμί που το διέπλασα εγώ και το διέφθειρα εγώ, όργανο της βαθειάς και αγιάτρευτης διαφθοράς του νου μου..."
Ν.Καζαντζάκης: Όφις και Κρίνο


Στάλες φως μες το σκοτάδι
πυροτέχνημα έγινα
Γλυκό της νύχτας το υφάδι
κι όλο τα μάτια σου έβλεπα
... μην τύχει κι αποκοιμηθώ
και χάσω τη μορφή σου
σαν κεχριμπάρι να τρυγώ
την κάθε Αναπνοή σου
και κάθε που ξεστόμιζες
τις λέξεις της καρδιάς σου
όλες του κόσμου οι αρετές πηδούν
απ' τα όνειρά σου

...
κι έγινε ο κόσμος σαν μπαξές
ποιός φίδι και ποιός κρίνο
ρόλους μπερδέυω και μορφές
το είναι μου σου δίνω.

(3/1/2009)

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

नमस्ते NAMASTE नमस्ते

Νάμα νάμα νάμα νάμαστε νάμαστε
Νάμαστε ναμάστε ναμάστε να
Χάρε χάρε χάρε χαρείτε χαίρετε
Χαίρεστε χαρείτε και γειά χαρά

Άσανα ανάσα
ασάμα ανάσανα
Ασάνα ανασαίνω
ανάσανα
Ωμ, Αμην

Ασάνα ανασαίνω
Ανάσα ανασταίνω






Ευτυχισμένο και δημιουργικό να είναι το 2009!