Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Της χαράς μαγαζί





Την καρδιά μου θα κάνω χαλί
να σβηστεί ο μεγάλος καημός σου
είσαι άχνα από ένα φιλί
είναι θρόϊσμα το σ’ αγαπώ σου
και τη νύχτα που καιν οι ματιές
κι η κρυφή πεθυμιά με κυκλώνει
στο κορμί σου ν’ ανάβω φωτιές
μ’ ένα μου άγγιγμα που θα σε λιώνει

 








Τ’ ουρανού μου θα στείλω το φως
ν’ ανεβείς τη νυχτιά στο σκαλί μου
ήταν πόθος παλιός μου κρυφός
να σπαρτάραγες μ’ ένα φιλί μου.
Μη μου πεις, είναι αργά δεν μπορείς
η καρδιά σου πως είναι στ’ αγιάζι
φεύγει ο χρόνος δεν είναι νωρίς
και του έρωτα τ’ όχι κουράζει

Θα σου βρω της χαράς μαγαζί
να μου λες πόσα θέλεις χατίρια
θα τσουγκρίζουμε ώρες μαζί
της αγάπης γεμάτα ποτήρια,
κι όταν λες σ’ αγαπώ, με λυγμό
της ζωής μας να φεύγει το γκρίζο
με τα χείλη, γλυκά στο λαιμό,
το παλιό μου σημάδι ν’ αγγίζω

Είναι αργά δεν είν’ οι ώρες πολλές
μα στην μπόρα μη στέκεις και στάζεις,
αφού θέλει η καρδιά σου, μου λες,
τι σε κάνει κι ακόμα διστάζεις;
Πες το ΝΑΙ ..κι άσε εδώ το ακριβό
το βραχιόλι σου στο κομοδίνο,
των ματιών σου το μπλε να διαβώ
κι όσα όνειρα θες , να σου δίνω


Θ. Στουπής

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Για τη φύση των πραγμάτων

 [...] te, dea, te fugiunt venti, te nubila caeli
adventumque tuum, tibi suavis daedala tellus
summittit flores, tibi rident aequora ponti
placatumque nitet diffuso lumine caelum.


T.Lucretius Carus, De Rerum Natura

Ρωμαίων ύμνοι υστερικοί
λόγια φιλοσοφικά
κάποτε γραμμένα σε δανεικά εξάμμετρα

απ' το βλέμμα σου, όμως, που στάζει 
ανθισμένες βιολέτες
ξεπηδά ένα άρωμα
μενεξεδί και νοτιά

κι αυτές οι λέξεις 
που εκθιάζουν μετριοπαθείς ηδονές
μακρυά μας ας στέκουν
σαν λέξεις κενές

Ρωμαίων λόγια
φιλοσοφίες κλεμμένες
Ποιός άραγε αισθάνεται
τη φύση των πραγμάτων;

02.09.12

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Χθες Βράδυ

Άναψες σφιχτά στο στήθος μου

Ένα ραδιόφωνο

Πάνω στους αριθμούς

Μου μίλησες με μια βελόνα

Για ταξείδια

Χθες βράδυ

Το σπίτι γέμισε φύκια

Βάρκες μικρές

Και μετεωρολογικά δελτία.

Θέμης Λιβεριάδης

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

καρδιογράφημα

Συνεχίζοντας λοιπόν, αυτή την αλυσίδα "παιγνιδιού"
που πιθανότατα σκαλίσει λίγο τα μέσα μας και
να μας οδηγήσει πιο κοντά στη γνώση του εαυτού. Ας το συνεχίσει
όποιος το επιθυμεί. Το παιγνίδι ορίζει να βρούμε τις 10 αγάπες μας
και να τις παραθέσουμε. Ευχαριστώ πολύ την meggie για την πρόσκληση :)

Ξεκινάμε;

1. Αγαπάω την ελευθερία
2. Αγαπάω τις μεγάλες, βαθειές ανάσες
3. Αγαπάω τη θάλασσα
4. Αγαπάω τα έμβια όντα
5. Αγαπάω τον Λόγο και τον Νου
6. Αγαπάω τις στιγμές, όσες πέρασαν κι όσες θα 'ρθουν
7. Αγαπάω τις μυρωδιές
8. Αγαπάω τα βότσαλα
9. Αγαπάω τα ταξίδια
10. Αγαπάω αυτούς που το ξέρουν. Γιατί αγαπώ ανθρώπους πολλούς
αλλά ασυναίρετα λίγους. ( ;-) ανυπερθέτως)

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Η περιφραστική πέτρα




















Μίλα.
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.

Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.

Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».

Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.

Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.


Κική Δημουλά

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Φθινοπώριασε...


Yara Yara

Kαθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος.
Σε σπίτι μέσα, ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς, μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δύο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Bηρυττό.

Mε πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω.
Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Aπάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

Kούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα.
Nαυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει ―μην το πεις αλλού― σα γάτα η λαμαρίνα
και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

Tο ντύμα πάρε του φιδιού και δώσ' μου ένα μαντίλι.
Eγώ, ―και σ' έγδυσα μπροστά στο γέρο Tισιανό.
Bίρα, Kεφαλονίτισσα, και μάινα το καντήλι.
Σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

Σου πήρ' από τη Nάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ' το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
έβενος, ―γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.

Φώτα του Melbourne. Bαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει διάρα,
του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.

Γερά την ανεμόσκαλα. Kαφέ για τον πιλότο.
Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Kαι σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο,
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.

Mια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; ―Mατώνει, δε σκοτώνει.
Ποιός είπε φούντο; Ψέμματα. Δε φτάσαμε ποτές.


Νίκος Καββαδίας