Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάξεις.
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τοσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.
Συ θάχεις μάτια γαλανά,θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.
Εσύ νοικοκερόπουλο -όχι σκλάβος ή προδότης.
Tη νύχτα θα συκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ' ύστερα απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι
Kι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ' ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις!
Θεριά οι ανθρώποι, δε μπορούν το φως να το σηκώσουν!
Δεν είν' αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!
Κώστας Βάρναλης
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008
Φωτιά
(το σκάρωσα Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2008 και ώρα 00.21)
Φωτιά παντού στις μέρες μας
και μέσα μας;
Φωτιά κι εκεί...
Όλοι, αλλιώς κοιτούν τη φλόγα
σ' άλλους σαν κόλαση, μα σε πολλούς
σαν νιότη, σαν την αιώνια της ηδονής τη γλώσσα
η θέα της φαντάζει
Και το νερό; -Πάντοτε με φειδώ-
πάλλονται τα ηχεία.
Σπάνιο έγινε ό,τι τη φλόγα σβήνει.
Ποιά φλόγα;
Την όποια φλόγα.
Με φειδώ το νερό, το αυτόν το φιλί
και το χάδι.
Μακάριοι αυτοί που αποκτούν τις αρετές
Ζουν με τα ελάχιστα
και κυρίως με τη χαρά της "μη στέρησης".
Φωτιά παντού στις μέρες μας
και μέσα μας;
Φωτιά κι εκεί...
Όλοι, αλλιώς κοιτούν τη φλόγα
σ' άλλους σαν κόλαση, μα σε πολλούς
σαν νιότη, σαν την αιώνια της ηδονής τη γλώσσα
η θέα της φαντάζει
Και το νερό; -Πάντοτε με φειδώ-
πάλλονται τα ηχεία.
Σπάνιο έγινε ό,τι τη φλόγα σβήνει.
Ποιά φλόγα;
Την όποια φλόγα.
Με φειδώ το νερό, το αυτόν το φιλί
και το χάδι.
Μακάριοι αυτοί που αποκτούν τις αρετές
Ζουν με τα ελάχιστα
και κυρίως με τη χαρά της "μη στέρησης".
L' Azur

MONET
De l’éternel azur la sereine ironie
Accable, belle indolemment comme les fleurs,
Le poëte impuissant qui maudit son génie
À travers un désert stérile de Douleurs.
Fuyant, les yeux fermés, je le sens qui regarde
Avec l’intensité d’un remords atterrant,
Mon âme vide. Où fuir? Et quelle nuit hagarde
Jeter, lambeaux, jeter sur ce mépris navrant?
Brouillards, montez! Versez vos cendres monotones
Avec de longs haillons de brume dans les cieux
Qui noiera le marais livide des automnes
Et bâtissez un grand plafond silencieux!
Et toi, sors des étangs léthéens et ramasse
En t’en venant la vase et les pâles roseaux,
Cher Ennui, pour boucher d’une main jamais lasse
Les grands trous bleus que font méchamment les oiseaux.
Encor! que sans répit les tristes cheminées
Fument, et que de suie une errante prison
Éteigne dans l’horreur de ses noires traînées
Le soleil se mourant jaunâtre à l’horizon!
—Le Ciel est mort.—Vers toi, j’accours! donne, ô matière,
L’oubli de l’Idéal cruel et du Péché
À ce martyr qui vient partager la litière
Où le bétail heureux des hommes est couché,
Car j’y veux, puisque enfin ma cervelle, vidée
Comme le pot de fard gisant au pied d’un mur,
N’a plus l’art d’attifer la sanglotante idée,
Lugubrement bâiller vers un trépas obscur…
En vain! l’Azur triomphe, et je l’entends qui chante
Dans les cloches. Mon âme, il se fait voix pour plus
Nous faire peur avec sa victoire méchante,
Et du métal vivant sort en bleus angelus!
Il roule par la brume, ancien et traverse
Ta native agonie ainsi qu’un glaive sûr;
Où fuir dans la révolte inutile et perverse?
Je suis hanté. L’Azur! l’Azur! l’Azur! l’Azur!
Stéphane Mallarmé
Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008
Το τραγούδι των άσπρων μαλλιών
Σα να σε βλέπω για πρώτη φορά
κάθε φορά που εισ' εμπρός μου·
λάμπανε κι άλλη φορά έτσι χλωρά
τ' άνθια, τα νιάτα του κόσμου ;
Πάντα σε βλέπω για πρώτη φορά
κι άσπρα είναι πια τα μαλλιά μου,
που είσαι η χαρά τού παιδιού· λαχταρά
σαν από φως μιας αυγής η καρδιά μου.
Για την Παράδεισον, Εύα, ο Θεός
τώρα πρωτόπλασ' εσένα ;
Κι έγινε η θάλασσα τώρα ναός
για της Παφίας Αφροδίτης τη γέννα ;
Τάχα νεοφώτιστος τώρα
πρώτη φορά και λατρεύω ;
Μέσ' στην αφάνταστη χώρα
πώς εγώ, αγύρευτος, πώς σε γυρεύω !
Στίχοι: Παλαμάς Κωστής
Βραδινή φωτιά, 1944
'Απαντα, τομ. ΙΑ´, σελ. 107
κάθε φορά που εισ' εμπρός μου·
λάμπανε κι άλλη φορά έτσι χλωρά
τ' άνθια, τα νιάτα του κόσμου ;
Πάντα σε βλέπω για πρώτη φορά
κι άσπρα είναι πια τα μαλλιά μου,
που είσαι η χαρά τού παιδιού· λαχταρά
σαν από φως μιας αυγής η καρδιά μου.
Για την Παράδεισον, Εύα, ο Θεός
τώρα πρωτόπλασ' εσένα ;
Κι έγινε η θάλασσα τώρα ναός
για της Παφίας Αφροδίτης τη γέννα ;
Τάχα νεοφώτιστος τώρα
πρώτη φορά και λατρεύω ;
Μέσ' στην αφάνταστη χώρα
πώς εγώ, αγύρευτος, πώς σε γυρεύω !
Στίχοι: Παλαμάς Κωστής
Βραδινή φωτιά, 1944
'Απαντα, τομ. ΙΑ´, σελ. 107
Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008
Μνημοσύνη
ΡΙΓΗ ΣΥΛΛΕΓΕΙ η μνήμη
Λύπες στιλπνές που αφυπνίζονται
Σ' ώρες ισόβιες σ' αέναες στιγμές
Όταν η σάρκα πένεται και η σκέψη ευπορεί
Κι αδόκητα παίρνει ξανά το παρελθόν
Ν' αναφαίνεται μεμιάς ορατό
Κι απροσέγγιστο
Ρίγη υπόσχεται και ρίγη
Σωρεύει στις όχθες του ο νους –
Μέσ' απ' του στήθους τις ρωγμές
Πένθη παλιά κι ευφροσύνες αλλόκοτες
Αναθρώσκουν ξανά προς το φως
Κυβερνήτης δεινός ο καιρός
Πλοηγεί τις αισθήσεις
Τόσες φωνές που βοούν
Στα ερμάρια του σώματος
Τόσο αίμα που ανθεί στους σφυγμούς
Όταν καταλαγιάζει η ανάσα στα πλήκτρα
Και πάνω σε σελίδες ανέγγιχτες
Απ' τους ιστούς των δαχτύλων
Ξετυλίγονται οι λέξεις
Τόποι αθρυμμάτιστοι
Κι αφές περαστικές που θροΐζουν
Θάλασσα σιωπηλή που επιστρέφει και πάλι
Των άλλων το αλλού μια βυθισμένη μουσική
Απ' τ' ανοξείδωτο το κράμα του
Θυμητικού και των βλεφάρων
Το άτεγκτο τώρα
Γιατί πάντοτε μένουν
Νωπά όσα αινίγματα ιστόρησε
Ο χρόνος σ' όλα γλιστρούν του κορμιού
Τα κοιτάσματα όπως σκοτάδι ακατέργαστο
Πέρα απ' της νύχτας τα χείλη επιμένουν
Εκεί όπου αργοί κι ανεξήγητοι
Βλασταίνουν οι στίχοι
Εκεί όπου ανίδωτες
Μες στην τόση τυφλότητα
Ιριδίζουν για λίγο οι άλλοτε αλήθειες
Ειπωμένες σε γλώσσες νεκρές που κανείς
Δεν μπορεί τώρα πια να εννοήσει
Χαραγμένες στο δέρμα
Από χέρι αφανές
Ρίγη υπόσχεται και ρίγη
Στοιβάζει στις κυψέλες του
Ο νους πάνω στης ώρας τους αφρούς
Ανέχειες καινούργιες και παλιές πλησμονές
Λάμνουν αργά προτού σβήσουν στο φως
Γυμνός δίχως έρμα ο καιρός
Ναυαγεί στις αισθήσεις
Κουτσουρέλης Κώστας
Λύπες στιλπνές που αφυπνίζονται
Σ' ώρες ισόβιες σ' αέναες στιγμές
Όταν η σάρκα πένεται και η σκέψη ευπορεί
Κι αδόκητα παίρνει ξανά το παρελθόν
Ν' αναφαίνεται μεμιάς ορατό
Κι απροσέγγιστο
Ρίγη υπόσχεται και ρίγη
Σωρεύει στις όχθες του ο νους –
Μέσ' απ' του στήθους τις ρωγμές
Πένθη παλιά κι ευφροσύνες αλλόκοτες
Αναθρώσκουν ξανά προς το φως
Κυβερνήτης δεινός ο καιρός
Πλοηγεί τις αισθήσεις
Τόσες φωνές που βοούν
Στα ερμάρια του σώματος
Τόσο αίμα που ανθεί στους σφυγμούς
Όταν καταλαγιάζει η ανάσα στα πλήκτρα
Και πάνω σε σελίδες ανέγγιχτες
Απ' τους ιστούς των δαχτύλων
Ξετυλίγονται οι λέξεις
Τόποι αθρυμμάτιστοι
Κι αφές περαστικές που θροΐζουν
Θάλασσα σιωπηλή που επιστρέφει και πάλι
Των άλλων το αλλού μια βυθισμένη μουσική
Απ' τ' ανοξείδωτο το κράμα του
Θυμητικού και των βλεφάρων
Το άτεγκτο τώρα
Γιατί πάντοτε μένουν
Νωπά όσα αινίγματα ιστόρησε
Ο χρόνος σ' όλα γλιστρούν του κορμιού
Τα κοιτάσματα όπως σκοτάδι ακατέργαστο
Πέρα απ' της νύχτας τα χείλη επιμένουν
Εκεί όπου αργοί κι ανεξήγητοι
Βλασταίνουν οι στίχοι
Εκεί όπου ανίδωτες
Μες στην τόση τυφλότητα
Ιριδίζουν για λίγο οι άλλοτε αλήθειες
Ειπωμένες σε γλώσσες νεκρές που κανείς
Δεν μπορεί τώρα πια να εννοήσει
Χαραγμένες στο δέρμα
Από χέρι αφανές
Ρίγη υπόσχεται και ρίγη
Στοιβάζει στις κυψέλες του
Ο νους πάνω στης ώρας τους αφρούς
Ανέχειες καινούργιες και παλιές πλησμονές
Λάμνουν αργά προτού σβήσουν στο φως
Γυμνός δίχως έρμα ο καιρός
Ναυαγεί στις αισθήσεις
Κουτσουρέλης Κώστας
Υφαντόκοσμος



Ένα χρυσοστόλιστο χαλί όλο κεντήματα
Μου έφερε ένας φίλος από την ανατολή
Γυάλιζαν παράξενα τα κρόσια και τα νήματα
Με μια γοητεία μυστική...
Έτσι όπως το χάζευα μια νύχτα με πανσέληνο
ʼνοιξαν τα υφάδια του μια πόρτα κρυφή
Σαν κλωστούλα τρύπωσα στα μεταξένια χρώματα
Βρέθηκα σε χώρα μαγική...
Στον Υφαντόκοσμο αν μπεις
Πράγματα θαυμάσια θα δεις
Και σαν την Αλίκη μες στη Χώρα των Θαυμάτων
Γλυκά θα περιπλανηθείς!
Στον Υφαντόκοσμο αν μπεις
Δύσκολα την έξοδο θα βρεις
Και χωρίς το μίτο της Αριάδνης, στο λαβύρινθο
Για πάντα θα παγιδευτείς!
Μες στο χρυσοστόλιστο χαλί με τα κεντήματα
Ήλιοι λαμπεροί σε μάθανε με φως
Θάλασσες σε πνίγουν μες στα χρυσαφένια κύματα
Κι όλο σου γελάει ο Θεός...
Κένταυροι, μονόκεροι, γοργόνες και νεράϊδες
Ότι φανταστείς εδώ είναι αληθινό
Όνειρα που υφαίνονται σε αργαλειό ουράνιο
Μέσα στο δικό σου το μυαλό...
Στον Υφαντόκοσμο αν μπεις
Πράγματα θαυμάσια θα δεις
Και σαν την Αλίκη μες στη Χώρα των Θαυμάτων
Γλυκά θα περιπλανηθείς!
Στον Υφαντόκοσμο αν μπεις
Δύσκολα την έξοδο θα βρεις
Και χωρίς το μίτο της Αριάδνης, στο λαβύρινθο
Για πάντα θα παγιδευτείς!
Στίχοι: Στασινοπούλου Κρίστη
Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου
― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.
― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.
― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.
Σεφέρης Γιώργος
Ποιήματα, Ίκαρος 1974
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.
― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.
― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.
Σεφέρης Γιώργος
Ποιήματα, Ίκαρος 1974
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)