Σα να σε βλέπω για πρώτη φορά
κάθε φορά που εισ' εμπρός μου·
λάμπανε κι άλλη φορά έτσι χλωρά
τ' άνθια, τα νιάτα του κόσμου ;
Πάντα σε βλέπω για πρώτη φορά
κι άσπρα είναι πια τα μαλλιά μου,
που είσαι η χαρά τού παιδιού· λαχταρά
σαν από φως μιας αυγής η καρδιά μου.
Για την Παράδεισον, Εύα, ο Θεός
τώρα πρωτόπλασ' εσένα ;
Κι έγινε η θάλασσα τώρα ναός
για της Παφίας Αφροδίτης τη γέννα ;
Τάχα νεοφώτιστος τώρα
πρώτη φορά και λατρεύω ;
Μέσ' στην αφάνταστη χώρα
πώς εγώ, αγύρευτος, πώς σε γυρεύω !
Στίχοι: Παλαμάς Κωστής
Βραδινή φωτιά, 1944
'Απαντα, τομ. ΙΑ´, σελ. 107
Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008
Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008
Μνημοσύνη
ΡΙΓΗ ΣΥΛΛΕΓΕΙ η μνήμη
Λύπες στιλπνές που αφυπνίζονται
Σ' ώρες ισόβιες σ' αέναες στιγμές
Όταν η σάρκα πένεται και η σκέψη ευπορεί
Κι αδόκητα παίρνει ξανά το παρελθόν
Ν' αναφαίνεται μεμιάς ορατό
Κι απροσέγγιστο
Ρίγη υπόσχεται και ρίγη
Σωρεύει στις όχθες του ο νους –
Μέσ' απ' του στήθους τις ρωγμές
Πένθη παλιά κι ευφροσύνες αλλόκοτες
Αναθρώσκουν ξανά προς το φως
Κυβερνήτης δεινός ο καιρός
Πλοηγεί τις αισθήσεις
Τόσες φωνές που βοούν
Στα ερμάρια του σώματος
Τόσο αίμα που ανθεί στους σφυγμούς
Όταν καταλαγιάζει η ανάσα στα πλήκτρα
Και πάνω σε σελίδες ανέγγιχτες
Απ' τους ιστούς των δαχτύλων
Ξετυλίγονται οι λέξεις
Τόποι αθρυμμάτιστοι
Κι αφές περαστικές που θροΐζουν
Θάλασσα σιωπηλή που επιστρέφει και πάλι
Των άλλων το αλλού μια βυθισμένη μουσική
Απ' τ' ανοξείδωτο το κράμα του
Θυμητικού και των βλεφάρων
Το άτεγκτο τώρα
Γιατί πάντοτε μένουν
Νωπά όσα αινίγματα ιστόρησε
Ο χρόνος σ' όλα γλιστρούν του κορμιού
Τα κοιτάσματα όπως σκοτάδι ακατέργαστο
Πέρα απ' της νύχτας τα χείλη επιμένουν
Εκεί όπου αργοί κι ανεξήγητοι
Βλασταίνουν οι στίχοι
Εκεί όπου ανίδωτες
Μες στην τόση τυφλότητα
Ιριδίζουν για λίγο οι άλλοτε αλήθειες
Ειπωμένες σε γλώσσες νεκρές που κανείς
Δεν μπορεί τώρα πια να εννοήσει
Χαραγμένες στο δέρμα
Από χέρι αφανές
Ρίγη υπόσχεται και ρίγη
Στοιβάζει στις κυψέλες του
Ο νους πάνω στης ώρας τους αφρούς
Ανέχειες καινούργιες και παλιές πλησμονές
Λάμνουν αργά προτού σβήσουν στο φως
Γυμνός δίχως έρμα ο καιρός
Ναυαγεί στις αισθήσεις
Κουτσουρέλης Κώστας
Λύπες στιλπνές που αφυπνίζονται
Σ' ώρες ισόβιες σ' αέναες στιγμές
Όταν η σάρκα πένεται και η σκέψη ευπορεί
Κι αδόκητα παίρνει ξανά το παρελθόν
Ν' αναφαίνεται μεμιάς ορατό
Κι απροσέγγιστο
Ρίγη υπόσχεται και ρίγη
Σωρεύει στις όχθες του ο νους –
Μέσ' απ' του στήθους τις ρωγμές
Πένθη παλιά κι ευφροσύνες αλλόκοτες
Αναθρώσκουν ξανά προς το φως
Κυβερνήτης δεινός ο καιρός
Πλοηγεί τις αισθήσεις
Τόσες φωνές που βοούν
Στα ερμάρια του σώματος
Τόσο αίμα που ανθεί στους σφυγμούς
Όταν καταλαγιάζει η ανάσα στα πλήκτρα
Και πάνω σε σελίδες ανέγγιχτες
Απ' τους ιστούς των δαχτύλων
Ξετυλίγονται οι λέξεις
Τόποι αθρυμμάτιστοι
Κι αφές περαστικές που θροΐζουν
Θάλασσα σιωπηλή που επιστρέφει και πάλι
Των άλλων το αλλού μια βυθισμένη μουσική
Απ' τ' ανοξείδωτο το κράμα του
Θυμητικού και των βλεφάρων
Το άτεγκτο τώρα
Γιατί πάντοτε μένουν
Νωπά όσα αινίγματα ιστόρησε
Ο χρόνος σ' όλα γλιστρούν του κορμιού
Τα κοιτάσματα όπως σκοτάδι ακατέργαστο
Πέρα απ' της νύχτας τα χείλη επιμένουν
Εκεί όπου αργοί κι ανεξήγητοι
Βλασταίνουν οι στίχοι
Εκεί όπου ανίδωτες
Μες στην τόση τυφλότητα
Ιριδίζουν για λίγο οι άλλοτε αλήθειες
Ειπωμένες σε γλώσσες νεκρές που κανείς
Δεν μπορεί τώρα πια να εννοήσει
Χαραγμένες στο δέρμα
Από χέρι αφανές
Ρίγη υπόσχεται και ρίγη
Στοιβάζει στις κυψέλες του
Ο νους πάνω στης ώρας τους αφρούς
Ανέχειες καινούργιες και παλιές πλησμονές
Λάμνουν αργά προτού σβήσουν στο φως
Γυμνός δίχως έρμα ο καιρός
Ναυαγεί στις αισθήσεις
Κουτσουρέλης Κώστας
Υφαντόκοσμος



Ένα χρυσοστόλιστο χαλί όλο κεντήματα
Μου έφερε ένας φίλος από την ανατολή
Γυάλιζαν παράξενα τα κρόσια και τα νήματα
Με μια γοητεία μυστική...
Έτσι όπως το χάζευα μια νύχτα με πανσέληνο
ʼνοιξαν τα υφάδια του μια πόρτα κρυφή
Σαν κλωστούλα τρύπωσα στα μεταξένια χρώματα
Βρέθηκα σε χώρα μαγική...
Στον Υφαντόκοσμο αν μπεις
Πράγματα θαυμάσια θα δεις
Και σαν την Αλίκη μες στη Χώρα των Θαυμάτων
Γλυκά θα περιπλανηθείς!
Στον Υφαντόκοσμο αν μπεις
Δύσκολα την έξοδο θα βρεις
Και χωρίς το μίτο της Αριάδνης, στο λαβύρινθο
Για πάντα θα παγιδευτείς!
Μες στο χρυσοστόλιστο χαλί με τα κεντήματα
Ήλιοι λαμπεροί σε μάθανε με φως
Θάλασσες σε πνίγουν μες στα χρυσαφένια κύματα
Κι όλο σου γελάει ο Θεός...
Κένταυροι, μονόκεροι, γοργόνες και νεράϊδες
Ότι φανταστείς εδώ είναι αληθινό
Όνειρα που υφαίνονται σε αργαλειό ουράνιο
Μέσα στο δικό σου το μυαλό...
Στον Υφαντόκοσμο αν μπεις
Πράγματα θαυμάσια θα δεις
Και σαν την Αλίκη μες στη Χώρα των Θαυμάτων
Γλυκά θα περιπλανηθείς!
Στον Υφαντόκοσμο αν μπεις
Δύσκολα την έξοδο θα βρεις
Και χωρίς το μίτο της Αριάδνης, στο λαβύρινθο
Για πάντα θα παγιδευτείς!
Στίχοι: Στασινοπούλου Κρίστη
Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου
― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.
― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.
― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.
Σεφέρης Γιώργος
Ποιήματα, Ίκαρος 1974
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.
― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.
― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.
Σεφέρης Γιώργος
Ποιήματα, Ίκαρος 1974
Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008
Κι άρχισε η νύχτα να βαραίνει στους ώμους μου...
Ίσως η ώρα να μην έχει περάσει ιδιαίτερα, αλλά η κούραση μού είναι αισθητή. Παρέα ο υπολογιστής και κάποιοι άλλοι στην απέναντι οθόνη που είτε προσπαθούν να διαβάσουν για ν' αντεπεξέλθουν στην επερχόμενη εξεταστική, είτε απλώς ξαγρυπνούν... Κι αυτές οι σελίδες της Λαογραφίας ασήκωτες, ατελείωτες! Ο νους μου ξεφεύγει, γατζώνει πάνω σε ταξείδια, σε μέρη εξωτικά - δεν πάει και πολύς καιρός που γύρισα- σ' ανθρώπους... Γιατί ό,τι αγαπάς, το θυμάσαι πάντοτε, κι αν ακόμη η μνήμη σ' εγκαταλείψει μετά από χρόνους πολλούς, αυτά που αγαπάς πάνω σου θα τα βρεις.. Θα τα ψιλαφήσεις, σαν κόμποι, σαν κέντημα, χαραγμένα πάνω και μέσα σου θα είναι. Ένας ήχος και το κυριότερο, μια μυρωδιά πάντα το μυαλό σου θα ελέγχει, θα το γυρίζει πίσω σε στιγμές κι αυτό είναι μαγικό!
Τώρα που γρήγορα νυχτώνει
σαν παραμύθι θα στο πω
Ο,τι αγαπάς δεν τελειώνει
και ‘γω ακόμα σ' αγαπώ
Τώρα που γρήγορα βραδιάζει
σαν τραγουδάκι θα στο πω
Ό,τι θυμάσαι δε βουλιάζει
μη με ξεχνάς που σ' αγαπώ
Είναι πολλά που δε τα ξέρεις
ήθελα τόσο να στα πω
Όμως δε θέλω να υποφέρεις
γιατί ακόμα σ’ αγαπώ
Καλό ξημέρωμα!
Τώρα που γρήγορα νυχτώνει
σαν παραμύθι θα στο πω
Ο,τι αγαπάς δεν τελειώνει
και ‘γω ακόμα σ' αγαπώ
Τώρα που γρήγορα βραδιάζει
σαν τραγουδάκι θα στο πω
Ό,τι θυμάσαι δε βουλιάζει
μη με ξεχνάς που σ' αγαπώ
Είναι πολλά που δε τα ξέρεις
ήθελα τόσο να στα πω
Όμως δε θέλω να υποφέρεις
γιατί ακόμα σ’ αγαπώ
Καλό ξημέρωμα!
Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008
ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ
Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας στο σκοτεινό λιμάνι του Gabθs.
Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ' το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.
Ο παπαγάλος σου 'στειλε στερνή φορά το "γεια σου"
κι απάντησε απ' το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.
Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: "σε προδίνω",
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το 'πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρομιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;
Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απά να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ' αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.
Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.
Καββαδίας Νίκος
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας στο σκοτεινό λιμάνι του Gabθs.
Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ' το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής.
Ο παπαγάλος σου 'στειλε στερνή φορά το "γεια σου"
κι απάντησε απ' το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής,
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.
Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: "σε προδίνω",
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το 'πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρομιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;
Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απά να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ' αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.
Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.
Καββαδίας Νίκος
Η Πόλις

Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου - σαν νεκρός - θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους.Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού - μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γη την χάλασες.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)