Είναι οι ώρες αιχμές που κεντούν και ραμφίζουν τη σάρκα μα ανάμεσα σ' ό,τι διχάζει το παρόν απ' του νου τις αχνές ψευδαισθήσεις σαν τη σκουριά της βροχής στάλα τη στάλα θρυμματίζονται οι σκέψεις
Ασθμαίνουν οι λέξεις βουβαίνεται η αφή ιδρώνουν μελάνι οι σελίδες και ξέπνοοι πνίγονται στο άναρθρο οι στίχοι Ανέχειες καινούργιες και παλιές πλησμονές Με μια γεύση ολοσκότεινη βάφουν τα χείλη
Μια ζωή θυμάμαι τον εαυτό μου να φτιάχνει στέκια και καταφύγια για την ψυχή μου. Κι εκεί που είναι όλα έτοιμα κι έχω αρχίσει να βολεύομαι, εκεί που είναι τα πάντα τακτοποιημένα και κάθομαι λίγο να ξεκουραστώ και να κάμω τσιγαράκι, μπαίνει ο διάολος μέσα μου και μου την ανάβει.
-Τι 'ναι τούτα δω τα σκιάχτρα; μου λέει. Δεν είναι για σένα η λούφα, κορίτσι μου. Πάλι πλαστογραφίες κάνεις; Και βροντάω τότε ένα ασιχτίρ και τα κάνω όλα κεραμιδαριό. Ύστερα κάθομαι σταυροπόδι και γλείφω τις πληγές μου σαν το σκυλί. Δεν πειράζει, λέω. Πάμε γι' άλλα. Όπως και να 'χει το πράμα, η Ρόζυ γεννήθηκε με το βλέμμα καρφωμένο στο ξημέρωμα. Όρτζα τα πανιά λοιπόν. Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου. Ένα μικρό φθαρμένο ψαροκάικο που έχει σμαραγδένια φεγγάρια στο κατάρτι του κι έναν ξεσκούφωτο ήλιο αληταρά για τιμονιέρη. Ένα ψαροκάικο χωρίς ρότα.
Αλκυόνη Παπαδάκη
για τη meggie, τη Λίτσα, τη Χάρις (αλήθεια πού χάθηκες μικρή???) και τη Ζ.